-
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
-
Ρήμα
- Κλίση στην οριστική
- Πρόσωπο και αριθμός
- Χρόνος
- Φωνή
-
Έγκλιση
- Οριστική
- Konjunktiv I
- Konjunktiv II
- Προστακτική
- Ομάδες ρημάτων
- Η σύνταξη του ρήματος
- Σημασιολογικές ομάδες ρημάτων
- Κλιτοί / άκλιτοι ρηματικοί τύποι
- Ουσιαστικό
- Επίθετο
- Επίρρημα
- Άρθρο
- Αντωνυμία
- Πρόθεση
- Σύνδεσμος
- Μόριο
- Επιφώνημα
-
Ρήμα
-
ΣΥΝΤΑΞΗ
- Είδη προτάσεων
- Σύνδεση προτάσεων
- Όροι της πρότασης
- Τύποι σχηματισμού πρότασης
- Σύνταξη της πρότασης
- Η άρνηση
Οι αόριστες αντωνυμίες ein- / kein- /welch-
HA22
einer, eine, ein(e)s
Σημασία: Η αντωνυμία einer, eine, ein(e)s φανερώνει αόριστα ένα πρόσωπο ή πράγμα που έχει ήδη αναφερθεί.
Λειτουργία: Χρησιμοποιείται μόνο ως αντωνυμία στη θέση ενός ουσιαστικού.
Η αντωνυμία einer, eine, ein(e)s κλίνεται ως εξής:
|
ενικός αριθμός
|
|||
|
αρσενικό
|
θηλυκό
|
ουδέτερο
|
|
| ονομαστική |
einer
|
eine
|
eins / eines
|
| γενική |
eines
|
einer
|
eines
|
| δοτική |
einem
|
einer
|
einem
|
| αιτιατική |
einen
|
eine
|
eins / eines
|
| Παραδείγματα |
| Du hast auch ein Smartphone? Jeder hat ein(e)s. |
| Mein Opa kann einem stundenlang Geschichten erzählen. |
| Nur einer ist gekommen, die anderen blieben zu Haus. |
Παρατηρήσεις:
1. Συχνά μετά την αντωνυμία einer, eine, ein(e)s ακολουθεί ένα ουσιαστικό στη γενική ή von + Dativ. Σε αυτή την περίπτωση η αντωνυμία φανερώνει ένα μεμονωμένο πρόσωπο ή πράγμα από ένα σύνολο όμοιων προσώπων ή πραγμάτων.
| Παραδείγματα |
| Das ist eine der größten Schwierigkeiten. |
| Er ist einer der bekanntesten Mathematiker. |
2. Για έμφαση της αοριστίας μπορεί η αντωνυμία einer, eine, ein(e)s να συνδεθεί με το "irgend-" (irgendeiner).
3. Ο αρσενικός τύπος της ονομαστικής einer μπορεί να χρησιμοποιηθεί με την ίδια σημασία όπως η αντωνυμία man. Στη δοτική και αιτιατική χρησιμοποιούνται ούτως ή άλλως οι αρσενικοί τύποι του einer, γιατί το man υπάρχει μόνο στην ονομαστική.
| Παραδείγματα |
| Was kann einer (= man) in diesem Fall tun? |
| Man fragt, es wird einem aber auf die Frage nie geantwortet. |
kein, keine, kein
Σημασία: Σημαίνει nicht ein, πρόκειται για την άρνηση του ein.
Λειτουργία: Χρησιμοποιείται είτε ως άρθρο είτε ως αντωνυμία στη θέση ενός ουσιαστικού.
Ως άρθρο κλίνεται ως εξής:
|
ενικός αριθμός
|
πληθυντικός αριθμός
|
|||
|
αρσενικό
|
θηλυκό
|
ουδέτερο
|
||
| ονομαστική |
kein
|
keine
|
kein
|
keine
|
| γενική |
keines
|
keiner
|
keines
|
keiner
|
| δοτική |
keinem
|
keiner
|
keinem
|
keinen
|
| αιτιατική |
keinen
|
keine
|
kein
|
keine
|
Ως αντωνυμία κλίνεται ως εξής:
|
ενικός αριθμός
|
πληθυντικός αριθμός
|
|||
|
αρσενικό
|
θηλυκό
|
ουδέτερο
|
||
| ονομαστική |
keiner
|
keine
|
keins / keines
|
keine
|
| γενική |
keines
|
keiner
|
keines
|
keiner
|
| δοτική |
keinem
|
keiner
|
keinem
|
keinen
|
| αιτιατική |
keinen
|
keine
|
keins / keines
|
keine
|
| Παραδείγματα | |
| Er wollte einen Kuli kaufen, er hat aber keinen gekauft. | Er hat keinen Kuli gekauft. |
| Kein(e)s dieser Werkzeuge ist dafür geeignet. | Kein Werkzeug davon ist dafür geeignet. |
| Informationen? Sie gaben uns keine. | Sie gaben uns keine Informationen. |
| αντωνυμία | άρθρο |
Παρατηρήσεις:
1. Συχνά μετά την αντωνυμία keiner, keine, kein(e)s ακολουθεί ένα ουσιαστικό στη γενική ή von + Dativ. Σε αυτή την περίπτωση η αντωνυμία φανερώνει ένα μεμονωμένο πρόσωπο ή πράγμα από ένα σύνολο όμοιων προσώπων ή πραγμάτων.
| Παραδείγματα |
| Keiner der Kandidaten erhielt die absolute Mehrheit. |
| Kino, Theater oder keins von beiden? |
2. Ως άρθρο μπορεί το kein, keine, kein να χρησιμοποιηθεί μπροστά από μη μετρήσιμα ουσιαστικά.
| Παραδείγματα |
| Er hat keine Geduld. |
| Gibt es immer noch Staaten, wo die Bürger keine Redefreiheit haben. |
3. Ο αρσενικός τύπος keiner μπορεί να έχει και τη σημασία niemand.
| Παράδειγμα |
| Keiner (= niemand) wollte mitfahren. |
welcher, welche, welches
Σημασία: Φανερώνει ένα αόριστο σύνολο και αναφέρεται σε ουσιαστικό που έχει προηγηθεί.
Λειτουργία: Χρησιμοποιείται μόνο ως αντωνυμία στη θέση ενός ουσιαστικού.
Η αντωνυμία welcher, welche, welches κλίνεται ως εξής:
|
ενικός αριθμός
|
πληθυντικός αριθμός
|
|||
|
αρσενικό
|
θηλυκό
|
ουδέτερο
|
||
| ονομαστική |
welcher
|
welche
|
welches
|
welche
|
| γενική |
---
|
---
|
---
|
---
|
| δοτική |
welchem
|
welcher
|
welchem
|
welchen
|
| αιτιατική |
welchen
|
welche
|
welches
|
welche
|
| Παραδείγματα |
| Du hast Tomaten? Ja, ich habe welche. |
| Hast du Käse? Ja ich habe welchen. |
| Ich brauche Geld, ich gehe welches abheben. |
Παρατηρήσεις για τη χρήση των ein-, kein-, welch-
|
ενικός
|
πληθυντικός
|
|
μετρήσιμο
ουσιαστικό |
μη μετρήσιμο
ουσιαστικό |
|
| ein- |
ja
|
nein
|
ja
|
nein
|
|
| welch- |
ja
|
ja
|
ja
|
ja
|
|
| kein- |
ja
|
ja
|
ja
|
ja
|
Από τον παραπάνω πίνακα συμπεραίνεται ότι η αντωνυμία einer δεν έχει τύπους στον πληθυντικό αριθμό ούτε για μη μετρήσιμα ουσιαστικά. Σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιούνται οι τύποι του welch-.
| Παραδείγματα | |||
| Ich habe ein Auto. Hast du auch eins? | Ja, ich habe eins. | Nein, ich habe keins. | μετρήσιμο / ενικός |
| Ich habe viele Bücher. Hast auch welche? | Ja, ich habe welche. | Nein, ich habe keine. | μετρήσιμο / πληθυντικός |
| Ich habe Geld. Hast du auch welches? | Ja, ich habe welches. | Nein, ich habe keins. | μη μετρήσιμο / ενικός |
| Ich habe Cornflakes. Hast du auch welche? | Ja, ich habe welche. | Nein, ich habe keine. | μη μετρήσιμο / πληθυντικός |
|
κατάφαση
|
άρνηση
|
||
