-
ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ
-
Ρήμα
- Κλίση στην οριστική
- Πρόσωπο και αριθμός
- Χρόνος
- Φωνή
-
Έγκλιση
- Οριστική
- Konjunktiv I
- Konjunktiv II
- Προστακτική
- Ομάδες ρημάτων
- Η σύνταξη του ρήματος
- Σημασιολογικές ομάδες ρημάτων
- Κλιτοί / άκλιτοι ρηματικοί τύποι
- Ουσιαστικό
- Επίθετο
- Επίρρημα
- Άρθρο
- Αντωνυμία
- Πρόθεση
- Σύνδεσμος
- Μόριο
- Επιφώνημα
-
Ρήμα
-
ΣΥΝΤΑΞΗ
- Είδη προτάσεων
- Σύνδεση προτάσεων
- Όροι της πρότασης
- Τύποι σχηματισμού πρότασης
- Σύνταξη της πρότασης
- Η άρνηση
Το Modalverb wollen
Η βασική σημασία του Modalverb wollen είναι η διατύπωση της επιθυμίας, της θέλησης, της πρόθεσης να κάνει κανείς κάτι.
| Παραδείγματα |
| Boris will Medizin studieren. |
| Peter will in diesem Jahr die Prüfung machen. |
| Wir wollten dir helfen. |
| Ich will dich nicht stören. |
Παρατήρηση για το wollen - möchte
Όπως το wollen, έτσι και το mögen στον Konjunktiv II (möchte) εκφράζει επιθυμία, αλλά μόνο στο παρόν.
Όταν όμως θέλουμε να εκφράσουμε μια επιθυμία στο παρελθόν, τότε μοναδική δυνατότητα είναι η επιλογή του συνώνυμου Modalverb wollen.
| Παραδείγματα | χρόνος | σημασία | ||||
|
Ich
|
möchte
|
/
|
will
|
ans Meer fahren. | παρόν | επιθυμία |
|
Ich
|
wollte
|
ans Meer fahren. | παρελθόν | |||
Το Modalverb wollen εκφράζει και αυτό μια επιθυμία η οποία όμως είναι πιο επιτακτική και λιγότερο ευγενική σε σύγκριση με το möchte.
| Παραδείγματα | ένταση της επιθυμίας |
| Ich möchte dich sprechen. | μικρή |
| Ich will dich sprechen. | μεγάλη |
