Το Modalverb müssen

 

Η βασική σημασία του Modalverb müssen είναι η αναγκαιότητα.

 

Οι λόγοι που καταστούν κάτι αναγκαίο μπορεί να είναι ποικίλοι όπως για παράδειγμα μια κοινωνική σύμβαση, το καθήκον που αιθάνεται κανείς ότι έχει, ένας κανονισμός, ένας νόμος ή ένας φυσικός νόμος.

 

Παραδείγματα
Sie musste heiraten, sie war schwanger.
Ich muss hart arbeiten, um mein Ziel zu erreichen.
Hunde müssen an der Leine geführt werden.
Petra muss jeden Morgen um 8 Uhr im Büro sein.
Alle Menschen müssen sterben.

 

 

Επίσης το Modalverb müssen χρησιμοποιείται για τη διατύπωση μιας προτροπής. Σε αυτή την περίπτωση το müssen μπορεί να αντικατασταθεί από το sollen.

 

Παράδειγμα για μια προτροπή    
Du musst sofort nach Hause gehen.
=
Du sollst sofort nach Hause gehen.

 

Πρέπει να σημειωθεί ότι η διατύπωση μιας προτροπής με το müssen είναι πιο επιτακτική από αυτή με το sollen.